fbpx
Τηλ: 211 18 24 998
Email: info@nutripass.gr
Τηλ: 211 18 24 998
Email: info@nutripass.gr
30
09
2018

Ζέα: η μυστηριώδης εξαφάνιση ενός πολύτιμου δημητριακού!

Γράφει ο Κωνσταντινίδης Μιχάλης

Το δίκοκκο σιτάρι (Triticum dicoccum) ή Ζέα ή Ζειά είναι ένα από τα πρώτα δημητριακά που καλλιέργησε και αξιοποίησε ο άνθρωπος.

Συγκεκριμένα, η Ζέα αποτελούσε για χιλιάδες χρόνια ένα από τα κυριότερα δημητριακά στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Αυτό που δεν είναι ίσως γνωστό στους περισσότερους, είναι ότι η Ζέα συνιστούσε ένα από τα βασικότερα συστατικά της διατροφής των αρχαίων Ελλήνων. Ειδικότερα, ιεραρχικά στη διατροφή των αρχαίων Ελλήνων πρώτο ερχόταν το κριθάρι, μετά το γνωστό σε όλους μας σιτάρι και μετά η Ζέα. Η τελευταία χρησιμοποιούνταν επίσης ως ζωοτροφή καθώς και στην παρασκευή χόνδρου.

 

Η Ζέα ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη Ζείδωρος, δηλαδή αυτός που δωρίζει τη ζωή, καθώς περιέχει πληθώρα θρεπτικών συστατικών, απαραίτητων στην καθημερινή διατροφή του ανθρώπου. Παρά λοιπόν την πολύτιμη θρεπτική του αξία ως τρόφιμο και παρά την εκτεταμένη καλλιέργειά του κατά τα αρχαία χρόνια, από τις αρχές του 1900 η αξιοποίηση του συγκεκριμένου δημητριακού άρχισε να περιορίζεται. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920,  εξαφανίζεται ολοκληρωτικά από την Ελλάδα και μάλιστα η λέξη δεν αναφέρεται καν στα λεξικά.

 

Καθώς η Ζέα, λόγω του υψηλού περιεχομένου της σε συστατικά που παίζουν καταλυτικό ρόλο σε βιοχημικές διεργασίες του εγκεφάλου, θεωρούνταν από πολλούς ως η ‘’τροφή του εγκεφάλου’’ (βλ. παρακάτω), αναπτύχθηκαν πολλές θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τη μυστηριώδη εξαφάνιση της από τη χώρα. Μία από τις επικρατέστερες ανέφερε ότι το 1928 ο Βενιζέλος με Νόμο απαγόρευσε την καλλιέργεια και κυκλοφορία του δημητριακού στη χώρα, με σκοπό να διατηρεί τις πνευματικές λειτουργίες του Ελληνικού λαού σε χαμηλά επίπεδα. Άλλοι πάλι λένε, ότι η Ζέα εγκαταλείφθηκε σταδιακά έναντι άλλων πιο αποδοτικών και εύκολων καλλιεργειών δημητριακών, όπως το απλό σιτάρι και το κριθάρι. Παρόλα αυτά, το τι συνέβη ακριβώς παραμένει μυστήριο μέχρι και σήμερα.

 

Αν και άγνωστο προϊόν για τους περισσότερους σύγχρονους Έλληνες, η Ζέα τα τελευταία έξι χρόνια έχει αρχίσει πάλι να καλλιεργείται σε πεδινές και ορεινές ή ημιορεινές περιοχές, όπως η Πελοπόννησος, η Θεσσαλία και η Β. Ελλάδα, ενώ γίνεται και μεγάλη εισαγωγή από τη Γερμανία. Η καλλιέργειά της είναι σημαντική, καθώς δίνει καλές παραγωγές ακόμα και σε άγονα, ξηρά εδάφη ενώ είναι  ιδιαίτερα ανθεκτική και σε πολλές μυκητολογικές ασθένειες. Η ανθεκτικότητα του σπόρου της καθιστά δυνατή την καλλιέργειά της ως βιολογική (χωρίς χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων).

 

Η μεταποίηση του σιταριού Ζέα δίνει υψηλής βιολογικής αξίας προϊόντα όπως αλεύρι, από το οποίο παρασκευάζεται ψωμί, ζυμαρικά, κουλούρια, μπισκότα, παξιμάδια και διάφορα άλλα αρτοσκευάσματα. Το σιτάρι Ζέα όχι μόνο δε στερείται σε τίποτα από το κοινό σιτάρι και τα προϊόντα του, αλλά είναι και πολύ πιο πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά, σημαντικά για την σωστή λειτουργία του οργανισμού. Ειδικότερα, η Ζέα περιέχει περισσότερο μαγνήσιο, περισσότερη πρωτεϊνη, περισσότερες φυτικές ίνες και λιγότερη γλουτένη, σε σύγκριση με όλα τα υπόλοιπα δημητριακά. Διατροφικές αναλύσεις έχουν δείξει ότι περιέχει 40% περισσότερο μαγνήσιο και είναι δύο φορές πιο πλούσια σε πρωτεϊνη και φυτικές ίνες, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα δημητριακά.

 

Η υψηλή περιεκτικότητα σε μαγνήσιο, το οποίο είναι απαραίτητο για την ενεργοποίηση των περισσότερων ενζυματικών μεταβολικών διεργασιών, και το χαμηλό περιεχόμενο σε γλουτένη, καθιστούν τη Ζέα πιο εύπεπτο δημητριακό, σε σχέση με τα υπόλοιπα.

Παρά το χαμηλό περιεχόμενό της σε γλουτένη, δε μπορεί να καταναλώνεται από άτομα με κοιλιοκάκη, στα οποία ακόμα και η παρουσία από ίχνη γλουτένης στη διατροφή τους, θα πυροδοτήσει τα συμπτώματα της νόσου.

 

Στη Ζέα συναντάται σε ιδιαίτερα υψηλές συγκεντρώσεις το αμινοξύ λυσίνη, εκείνο δηλαδή το βασικό αμινοξύ που αυξάνει την πεπτικότητα των πρωτεϊνών, ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα και αποτελεί βασικό στοιχείο της βιοχημικής λειτουργίας του εγκεφάλου. Από την άλλη, το υψηλό περιεχόμενο σε φυτικές ίνες, σε συνδυασμό με τον χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη υδατάνθρακα, έχει ως αποτέλεσμα ευνοϊκότερη γλυκαιμική ρύθμιση (ιδιαίτερα σημαντική για άτομα με σακχαρώδη διαβήτη), διατήρηση του αισθήματος πληρότητας και κορεσμού για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (ρύθμιση σωματικού βάρους) και ομαλή λειτουργία της γαστρεντερικής οδού.
Εκτός από τα παραπάνω, η Ζέα περιέχει επίσης βιταμίνες του συμπλέγματος B (θειαμίνη, ριβοφλαβίνη, πυριδοξίνη, παντοθενικό οξύ, νιασίνη), φυλλικό οξύ, τις βιταμίνες A, B, C και E καθώς και ιχνοστοιχεία όπως ο φώσφορος, ο ψευδάργυρος, το μαγγάνιο, ο σίδηρος και το κάλιο.

 

Όπως γίνεται αντιληπτό, η παρουσία τέτοιων πολύτιμων διατροφικών στοιχείων δικαίως την κατατάσσουν σε υψηλής διατροφικής αξίας προϊόν. Παρόλα αυτά, ισχυρισμοί υγείας που έχουν κατά καιρούς αποδοθεί στο τρόφιμο, όπως ότι καταστέλλει τη χρόνια φλεγμονή ή ότι προλαμβάνει την ανάπτυξη και/ή τη μετάσταση καρκινικών κυττάρων, ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην πρόληψη του διαβήτη και των καρδιαγγειακών νοσημάτων, ότι μειώνει την LDL χοληστερόλη και ότι ενισχύει τις πνευματικές διεργασίες του εγκεφάλου, οφείλουν να αντιμετωπίζονται με την απαιτούμενη κριτική σκέψη, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα που να επιβεβαιώνουν κάποιον από αυτούς τους ισχυρισμούς.

 

 

Συμπερασματικά

Η Ζέα είναι ένα πολύ υψηλής διατροφικής αξίας δημητριακό, το οποίο μπορεί και συστήνεται να καταναλώνεται στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής. Το ίδιο το δημητριακό και τα προϊόντα που προέρχονται από την επεξεργασία του είναι εξαιρετικά εύγευστα και εύπεπτα, ενώ λόγω του υψηλού θρεπτικού περιεχόμενου τους, πιθανόν να υπερτερούν σε σύγκριση με τα υπόλοιπα δημητριακά και τα προϊόντα τους.

 

 

Επιστημονικός ΣυνεργάτηςΓράφει ο Κωνσταντινίδης Μιχάλης
Διαιτολόγος-Διατροφολόγος MSc
Επ. Συνεργάτης Nutripass

 

Συντάκτης: Μιχάλης Κωνσταντινίδης

ΣΧΟΛΙΟ
0

Leave a reply

Nutripass © Copyright 2013-2019 All Rights Reserved

Powered by Mybusiness360